ἐφημερόβιος

ἐφημερ-όβῐος, ον,
A living for the day, from hand to mouth,

χειροτέχνης Ph.2.389

, cf. Ptol.Tetr.160.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εφημερόβιος — ἐφημερόβιος, ον (Α) αυτός που ζει μέρα με τη μέρα, με το εισόδημα τής ημέρας. [ΕΤΥΜΟΛ. < εφήμερος + βίος] …   Dictionary of Greek

  • ἐφημερόβιος — living for the day masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφημεροβίους — ἐφημερόβιος living for the day masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βίος — ο και βιος, το (AM βίος, ο) 1. η ανθρώπινη ζωή 2. ο τρόπος που ζει κανείς («αμέριμνος βίος», «ταλαίπωρος βίος») 3. ο χρόνος, η διάρκεια της ζωής 4. η εξιστόρηση της ζωής κάποιου, η βιογραφία 5. τα αγαθά, τα υπάρχοντα 6. ο πλούτος νεοελλ. 1. η… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.